μαραίνομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μαραίνομαι < παθητική φωνή του μαραίνω
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ma.ˈɾɛ.nɔ.mɛ/
Ρήμα [
]
μαραίνομαι
- χάνω τις σωματικές ή ψυχικές μου δυνάμεις