μαραίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαραίνω < αρχαία ελληνική μαραίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ˈɾɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαραίνω, παθητικό: μαραίνομαι, παθητική μετοχή: μαραμένος

  1. κάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του
  2. συμβάλλω στην απώλεια της ζωτικότητας κάποιου
  3. (γαστρονομία) τηγανίζω κάτι σε ζεστό λάδι μέχρι να μαλακώσει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αυτό με (σε / τον...) μάρανε : για κάτι που είναι υπερβολικό ή / και περιττό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαραίνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαραίνω

  1. (αρχική σημασία) σβήνω ή μειώνω την ένταση της φωτιάς
  2. μαραίνω
    πάνθ' ὁ μέγας χρόνος μαραίνει