μαραίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαραίνω < αρχαία ελληνική μαραίνω

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ma.ˈɾɛ.nɔ/

[] Open book 01.svg Ρήμα

μαραίνω, παθητικό: μαραίνομαι, παθητική μετοχή: μαραμένος

  1. κάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του
  2. συμβάλλω στην απώλεια της ζωτικότητας κάποιου

[] Εκφράσεις

  • αυτό με (σε / τον...) μάρανε : για κάτι που είναι υπερβολικό ή / και περιττό

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες