μαραίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μαραίνω < αρχαία ελληνική μαραίνω
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
μαραίνω, παθητικό: μαραίνομαι, παθητική μετοχή: μαραμένος
- κάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του
- συμβάλλω στην απώλεια της ζωτικότητας κάποιου
[
] Εκφράσεις
- αυτό με (σε / τον...) μάρανε : για κάτι που είναι υπερβολικό ή / και περιττό