μαργαριτάρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαργαριτάρι | μαργαριτάρια |
| γενική | μαργαριταριού | μαργαριταριών |
| αιτιατική | μαργαριτάρι | μαργαριτάρια |
| κλητική | μαργαριτάρι | μαργαριτάρια |
[
]
Ετυμολογία
- μαργαριτάρι < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μαργαριτάρι ουδέτερο
- πολύτιμος λίθος που σχηματίζεται μέσα στα όστρακα ορισμένων στρειδιών, με γυαλιστερή και συνήθως σφαιρική εμφάνιση
- σοβαρό γλωσσικό σφάλμα, είτε προφορικό είτε γραπτό
- μαργαριτάρια μαθητών από τις εξετάσεις