μαριχουάνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαριχουάνα | μαριχουάνες |
| γενική | μαριχουάνας | |
| αιτιατική | μαριχουάνα | μαριχουάνες |
| κλητική | μαριχουάνα | μαριχουάνες |
[
]
Ετυμολογία
- μαριχουάνα < ισπανική, marihuana
[
]
Ουσιαστικό
μαριχουάνα θηλυκό
- Το φυτό ινδική κάνναβις και το ναρκωτικό που παράγεται από αυτό.
- Τον έπιασαν με 10 κιλά μαριχουάνα.
[
]
Συνώνυμα
- αφγάνι
- γάρο
- ινδική κάνναβις
- Μαίρη Τζέην
- μαυράκι
- μαύρη
- μαύρο
- μελαχρινή
- μπάφος
- νταφού
- σινσεμίλια
- σοκολάτα
- τούφα
- τσιγαριλίκι
- φόσμπα
- φούντα
- χασίς
- χασίσι
- χόρτο