μαστίχα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαστίχα μαστίχες
γενική μαστίχας μαστιχών
αιτιατική μαστίχα μαστίχες
κλητική μαστίχα μαστίχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαστίχα < ελληνιστική κοινή μαστίχη
μαστίχα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαστίχα θηλυκό (πληθυντικός μαστίχες)

  1. αρωματική φυσική ρητίνη που εξάγεται από το μαστιχόδεντρο (Pistacia lentiscus var. Chia)
    Η μαστίχα βρίσκει πολλές χρήσεις. Η πιο ευρεία από αυτές είναι ως τσίχλα ή άρωμα για τη ζαχαροπλαστική, ενώ γνωστό είναι και το λικέρ μαστίχας.
  2. τσίκλα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]