μαστιγώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστιγώνω < ελληνιστική κοινή μαστιγώνω < αρχαία ελληνική μαστιγόω-μαστιγῶ +-ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαστιγώνω

  1. χτυπάω κάποιον με το μαστίγιο
    μαστιγώνουν τα άλογα για να τρέξουν πιο γρήγορα
  2. τιμωρώ κάποιον χτυπώντας τον με το μαστίγιο, σε χώρες που έχουν την ποινή του μαστιγώματος, ή τον χτυπάω αυθαίρετα και παράνομα
    όταν ο μικρός έκλεψε απ' το ταμείο, ο πατέρας του τον μαστίγωσε με το λουρί της ζώνης του!
  3. (μεταφορικά) κατακρίνω έντονα, τιμωρώ αυστηρά, απαγορεύω
    Ηταν υποχρεωμένοι να μαστιγώνουν τα παθολογικά συμπτώματα της κοινωνίας της εποχής τους
  4. (μεταφορικά) σαν να μαστιγώνω, όταν προκαλώ σε κάποιον την φυσική αίσθηση του μαστιγώματος αλλά με άλλο μέσο
    η βροχή και ο άνεμος μαστίγωναν το πρόσωπό του

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

αυτομαστιγώνω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]