μαστιγώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μαστιγώνω < ελληνιστική κοινή mastig;vnv < αρχαία ελληνική μαστιγόω-μαστιγῶ +-ώνω
Ρήμα [
]
μαστιγώνω
- χτυπάω κάποιον με το μαστίγιο
- Μαστιγώνουν τα άλογα για να τρέξουν πιο γρήγορα
- τιμωρώ κάποιον χτυπώντας τον με το μαστίγιο, σε χώρες που έχουν την ποινή του μαστιγώματος, ή τον χτυπάω αυθαίρετα και παράνομα
- Οταν ο μικρός έκλεψε απ' το ταμείο, ο πατέρας του τον μαστίγωσε με το λουρί της ζώνης του!
- (μεταφορικά) κατακρίνω έντονα, τιμωρώ αυστηρά, απαγορεύω
- Ηταν υποχρεωμένοι να μαστιγώνουν τα παθολογικά συμπτώματα της κοινωνίας της εποχής τους
- (μεταφορικά) σαν να μαστιγώνω, σαν να προκαλώ σε κάποιον την φυσική αίσθηση του μαστιγώματος αλλά με άλλο μέσο
- Η βροχή και ο άνεμος μαστίγωναν το πρόσωπό του
Κλίση[
]
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Μεταφράσεις[
]
μαστιγώνω