μαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μαστικός μαστική μαστικό
γενική μαστικού μαστικής μαστικού
αιτιατική μαστικό μαστική μαστικό
κλητική μαστικέ μαστική μαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαστικοί μαστικές μαστικά
γενική μαστικών μαστικών μαστικών
αιτιατική μαστικούς μαστικές μαστικά
κλητική μαστικοί μαστικές μαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαστικός < μαστός + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[]

μαστικός, -ή, -ό

  1. ο σχετικός με το μαστό
    μαστικός ιστός, μαστική μάζα, μαστικός όγκος


32πχ Μεταφράσεις[]