ματαίωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ματαίωση ματαιώσεις
γενική ματαίωσης ματαιώσεων
ματαιώσεως
αιτιατική ματαίωση ματαιώσεις
κλητική ματαίωση ματαιώσεις

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ματαίωση < ματαιώνω + -σις/-ση < μάταιος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ματαίωση θηλυκό

  1. η οριστική ακύρωση μιας προγραμματισμένης δραστηριότητας
  2. η διάψευση
    η ματαίωση των ελπίδων μας

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες