ματαιότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ματαιότητα ματαιότητες
γενική ματαιότητας ματαιοτήτων
αιτιατική ματαιότητα ματαιότητες
κλητική ματαιότητα ματαιότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ματαιότητα < ματαιότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ματαιότητα θηλυκό

  1. η κενότητα, το ανάξιο, πρόσκαιρο, το ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα ανώφελο του πράγματος, της ζωής, της ύπαρξης, που δεν οδηγεί πουθενά
    Η ματαιότητα αυτού του κόσμου
    Το αίσθημα της ματαιότητας από τις εφήμερες απολαύσεις
    Ποιός θα νοηματοδοτήσει τη χρησιμότητα ή τη 'ματαιότητα των πολιτικών αγώνων
  2. η πράξη που δεν θα αποδώσει, δεν θα ωφελήσει, δεν θα οδηγήσει εκεί που θα ήθελε κάποιος
    Ασε, είναι ματαιότητα να δώσεις το βιογραφικό (δηλ. αποκλείεται να σε προσλάβουν, θα πάει χαράμι ο κόπος σου, θα ματαιωθούν οι ελπίδες σου)


32πχ Μεταφράσεις[]