ματωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ματωμένος παθητική μετοχή του ρήματος ματώνω

Open book 01.svg Μετοχή []

ματωμένος -η -ο

  1. γεμάτος αίματα ή αιματοχυσία
    ματωμένο μαντίλι, ματωμένος γάμος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []