μαφιόζος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαφιόζος | μαφιόζοι |
| γενική | μαφιόζου | μαφιόζων |
| αιτιατική | μαφιόζο | μαφιόζους |
| κλητική | μαφιόζε | μαφιόζοι |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
μαφιόζος αρσενικό