μαχλέπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαχλέπι μαχλέπια
γενική μαχλεπιού μαχλεπιών
αιτιατική μαχλέπι μαχλέπια
κλητική μαχλέπι μαχλέπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαχλέπι < τουρκική mahlep < αραβική محلب (mahlab)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαχλέπι ουδέτερο

  1. μπαχαρικό που παράγεται από τους σπόρους της αγριοκερασιάς (Prunus mahaleb) και χρησιμοποιείται στην ζαχαροπλαστική και την αρτοποιία

32πχ Μεταφράσεις[]