μαύρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαύρο | μαύρα |
| γενική | μαύρου | μαύρων |
| αιτιατική | μαύρο | μαύρα |
| κλητική | μαύρο | μαύρα |
Ετυμολογία [
]
- μαύρο < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
μαύρο ουδέτερο
- ένα χρώμα ή η απουσία χρώματος
- η καταψήφιση ενός υποψηφίου
- μαύρο στο Μαυρογιαλούρο!
- (αργκό) το χασίς