μαύρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαύρο μαύρα
γενική μαύρου μαύρων
αιτιατική μαύρο μαύρα
κλητική μαύρο μαύρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαύρο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

μαύρο ουδέτερο

  1. ένα χρώμα ή η απουσία χρώματος
  2. η καταψήφιση ενός υποψηφίου
    μαύρο στο Μαυρογιαλούρο!
  3. (αργκό) το χασίς

32πχ Μεταφράσεις []