μεγαλούτσικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεγαλούτσικος < μεγάλος + κατάληξη υποκοριστικού -ούτσικος

Open book 01.svg Επίθετο[]

μεγαλούτσικος, -η/-ια, -ο

  1. κάπως μεγάλος, σχετικά μεγάλος, αλλά όχι πολύ μεγάλος (ως προς το μέγεθος ή την ηλικία)

32πχ Μεταφράσεις[]