μεγαλόσχημος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μεγαλόσχημος μεγαλόσχημη μεγαλόσχημο
γενική μεγαλόσχημου μεγαλόσχημης μεγαλόσχημου
αιτιατική μεγαλόσχημο μεγαλόσχημη μεγαλόσχημο
κλητική μεγαλόσχημε μεγαλόσχημη μεγαλόσχημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγαλόσχημοι μεγαλόσχημες μεγαλόσχημα
γενική μεγαλόσχημων μεγαλόσχημων μεγαλόσχημων
αιτιατική μεγαλόσχημους μεγαλόσχημες μεγαλόσχημα
κλητική μεγαλόσχημοι μεγαλόσχημες μεγαλόσχημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεγαλόσχημος < αρχαία ελληνική μεγαλόσχημος

Open book 01.svg Επίθετο[]

μεγαλόσχημος

  1. που έχει υψηλό αξίωμα
  2. (θρησκεία) μοναχός που υπάγεται στην ανώτερη ιεραρχικά μοναχική βαθμίδα

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μεγαλόσχημος τὸ μεγαλόσχημον οἱ, αἱ μεγαλόσχημοι τὰ μεγαλόσχημα
Γενική τοῦ, τῆς μεγαλοσχήμου τοῦ μεγαλοσχήμου τῶν μεγαλοσχήμων τῶν μεγαλοσχήμων
Δοτική τῷ, τῇ μεγαλοσχήμῳ τῷ μεγαλοσχήμῳ τοῖς, ταῖς μεγαλοσχήμοις τοῖς μεγαλοσχήμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν μεγαλόσχημον τὸ μεγαλόσχημον τοὺς, τὰς μεγαλοσχήμους τὰ μεγαλόσχημα
Κλητική μεγαλόσχημε μεγαλόσχημον μεγαλόσχημοι μεγαλόσχημα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μεγαλοσχήμω
Γενική-Δοτική μεγαλοσχήμοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεγαλόσχημος < αρχαία ελληνική μεγαλόσχημος

Open book 01.svg Επίθετο[]

μεγαλόσχημος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]