μεγαλώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
μεγαλώνω
- (αμετάβατο) γίνομαι μεγαλύτερος ως προς το μέγεθος
- η Μαρία μπήκε στον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης και μεγάλωσε αρκετά η κοιλιά της
- (μεταβατικό) κάνω κάτι μεγαλύτερο ως προς το μέγεθος
- (αμετάβατο) γίνομαι μεγαλύτερος ως προς την ηλικία, κατά περίπτωση ωριμάζω ή ανδρώνομαι ή ενηλικιώνομαι ή γερνώ
- νοστάλγησε τη γειτονιά όπου μεγάλωσε
- (μεταβατικό) ανατρέφω ένα παιδί
- έχει τρία παιδιά να μεγαλώσει
- (μεταβατικό) κάνω κάποιον να δείχνει μεγαλύτερος σε ηλικία από όσο πραγματικά είναι
- αυτά τα ρούχα σε μεγαλώνουν