μειώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
μειώνω
- κάνω κάτι μικρότερο σε μέγεθος ή σε αριθμό ή σε ένταση κλπ
- Είναι ανάγκη να μειώσουμε τα έξοδά μας.
- (για πρόσωπα) προσβάλλω, φέρομαι υποτιμητικά
- Αυτή η συμπεριφορά του με μειώνει.