μελάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελάνι μελάνια
γενική μελανιού μελανιών
αιτιατική μελάνι μελάνια
κλητική μελάνι μελάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μελάνι < μεταγενέστερη ελληνική μελάνιον < αρχαία ελληνική μέλας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɛ.ˈla.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μελάνι ουδέτερο

  1. υγρή ουσία με βαθύ σκούρο χρώμα, η οποία χρησιμοποιείται για τη γραφή
  2. (συνεκδοχικά) ο γραπτός λόγος, ό,τι έχει γραφτεί
  3. (βιολογία) πυκνό σκουρόχρωμο υγρό που εκκρίνουν η σουπιά, το χταπόδι και το καλαμάρι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν εχθρούς

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[]

Εκφράσεις[]

  • ρίχνω / αφήνω μελάνι πίσω μου : δυσκολεύω τους άλλους να αντιληφθούν τις κινήσεις μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]