μελάνωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μελάνωμα < μελανώνω.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

Μελάνωμα στο δέρμα.

μελάνωμα ουδέτερο

  1. (ιατρική) Όγκος από μελανοκύτταρα. Τα κακοήθη μελανώματα (μορφή καρκίνου) είναι όγκοι εξαιρετικά υψηλής κακοήθειας.
    Η αλόγιστη έκθεση του δέρματος στον ήλιο μπορεί να προκαλέσει κακόηθες μελάνωμα.
  2. Λέρωμα από μελάνι, μουντζούρωμα.
    Σου είπα να σταματήσεις το μελάνωμα των τοίχων.

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

(2)

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες