μελάνωμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μελάνωμα < μελανώνω.
[
]
Ουσιαστικό
μελάνωμα ουδέτερο
- (ιατρική) Όγκος από μελανοκύτταρα. Τα κακοήθη μελανώματα (μορφή καρκίνου) είναι όγκοι εξαιρετικά υψηλής κακοήθειας.
- Η αλόγιστη έκθεση του δέρματος στον ήλιο μπορεί να προκαλέσει κακόηθες μελάνωμα.
- Λέρωμα από μελάνι, μουντζούρωμα.
- Σου είπα να σταματήσεις το μελάνωμα των τοίχων.
[
]
[
]
Συνώνυμα
(2)