μελάτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μελάτος μελάτη μελάτο
γενική μελάτου μελάτης μελάτου
αιτιατική μελάτο μελάτη μελάτο
κλητική μελάτε μελάτη μελάτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελάτοι μελάτες μελάτα
γενική μελάτων μελάτων μελάτων
αιτιατική μελάτους μελάτες μελάτα
κλητική μελάτοι μελάτες μελάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μελάτος < μέλι

Open book 01.svg Επίθετο[]

μελάτος -η -ο

  • για αβγό που είναι τηγανισμένο ή βραστό ώστε ο κρόκος να είναι ακόμη ρευστός

32πχ Μεταφράσεις[]