μελία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μελία < αρχαία ελληνική μελία
[
]
Ουσιαστικό
μελία θηλυκό
- (καθαρεύουσα) μελιά
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
μελία ἡ και ιωνικός τύπος μελίη
- το δέντρο μελία (σήμερα μελιά ή φράξο)
- ασπίδα, ρόπαλο, δόρυ από ξύλο μελίας
- Μελίαι, κύριο όνομα, οι νύμφες των μελιών
[
]
- μέλινος όχι με τη νεοελληνική έννοια, αλλά από ξύλο μελίας
- μείλινος
- μελέινος,η,ον από ξύλο μελίας