μελισσοκομείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελισσοκομείο μελισσοκομεία
γενική μελισσοκομείου μελισσοκομείων
αιτιατική μελισσοκομείο μελισσοκομεία
κλητική μελισσοκομείο μελισσοκομεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μελισσοκομείο < μελισσοκόμος + -είο < μέλισσα + κομέω (φροντίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μελισσοκομείο ουδέτερο

  • ο χώρος όπου βρίσκονται οι κυψέλες των μελισσών, εγκατεστημένες από έναν μελισσοκόμο


32πχ Μεταφράσεις[]