μελιτζάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελιτζάνα μελιτζάνες
γενική μελιτζάνας (μελιτζανών)
αιτιατική μελιτζάνα μελιτζάνες
κλητική μελιτζάνα μελιτζάνες
Η γεν. πληθ. είναι δύσχρηστη.
Μερικοί ομιλητές χρησιμοποιούν τον τύπο μελιτζάνων
μια μελιτζάνα (#2)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μελιτζάνα < ιταλική melanzana < ισπανική berenjena < αραβική باذنجان (baadhinjaan) < περσική بادنگان (bâdengân)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɛ.li.ˈʣa.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μελιτζάνα θηλυκό

  1. (Solanum melongena) ποώδες πολυετές φυτό με τρυφερό βλαστό, το οποίο καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του
  2. (συνεκδοχικά) ο εδώδιμος καρπός του παραπάνω φυτού. Έχει χρώμα μοβ, βαθύ μοβ, μοβ με άσπρες γραμμές αλλά και βαθύ γαλάζιο, κόκκινο, λευκό ή και κιτρινωπό και σχήμα ωοειδές, κυλινδρικό ή σφαιρικό σε ποικίλα μεγέθη ανάλογα. Ο καρπός δεν τρώγεται ωμός, αλλά ψητός, τηγανιτός, βραστός, σαλάτα και στο ξύδι (τουρσί) και χρησιμοποιείται ως βασικό συστατικό σε πολλά λαδερά φαγητά (μουσακάς, ιμάμ μπαϊλντί, μπριάμ, παπουτσάκια κ.λπ.)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]