μελλοντολογία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μελλοντολογία | μελλοντολογίες |
| γενική | μελλοντολογίας | μελλοντολογιών |
| αιτιατική | μελλοντολογία | μελλοντολογίες |
| κλητική | μελλοντολογία | μελλοντολογίες |
[
]
Ετυμολογία
- μελλοντολογία < απόδοση του αμερικανικού όρου futurology < future +ology < -ολογία < λόγος
[
]
Ουσιαστικό
μελλοντολογία θηλυκό
- επιστήμη που διερευνά τα πιθανά σενάρια του μέλλοντος, τις λογικά πιθανότερες εξελίξεις, ανάλογα και σύμφωνα με τις τάσεις του παρόντος και με βάση τις γνώσεις του παρελθόντος
[
]
- μελλοντολογία στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
μελλοντολογία