μεμψιμοιρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεμψιμοιρία μεμψιμοιρίες
γενική μεμψιμοιρίας μεμψιμοιριών
αιτιατική μεμψιμοιρία μεμψιμοιρίες
κλητική μεμψιμοιρία μεμψιμοιρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεμψιμοιρία < αρχαία ελληνική μεμψιμοιρία< μεμψίμοιρος (αυτός που κατηγορεί τη μοίρα) < μέμψις ( < μέμφομαι) + μοίρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεμψιμοιρία θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]