μενεξές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μενεξές | μενεξέδες |
| γενική | μενεξέ | μενεξέδων |
| αιτιατική | μενεξέ | μενεξέδες |
| κλητική | μενεξέ | μενεξέδες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
μενεξές αρσενικό
- (βοτανική) ποώδες ανθοφόρο φυτό του είδους Viola odorata του γένους Βιόλα, επίσης γνωστό ως «Βιόλα η εύοσμος» λόγω της μυρωδιάς του, με λευκά ή μοβ άνθη
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
μενεξές