μενεξές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

άνθη του μενεξέ
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μενεξές μενεξέδες
γενική μενεξέ μενεξέδων
αιτιατική μενεξέ μενεξέδες
κλητική μενεξέ μενεξέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μενεξές < τουρκική menekşe < περσική بنفشه (banafše) < μέση περσική vanavšak

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μενεξές αρσενικό

  • (βοτανική) ποώδες ανθοφόρο φυτό του είδους Viola odorata του γένους Βιόλα, επίσης γνωστό ως «Βιόλα η εύοσμος» λόγω της μυρωδιάς του, με λευκά ή μοβ άνθη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]