μεντεσές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Μεντεσές μιας πόρτας.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεντεσές μεντεσέδες
γενική μεντεσέ μεντεσέδων
αιτιατική μεντεσέ μεντεσέδες
κλητική μεντεσέ μεντεσέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεντεσές < τουρκική menteşe < περσική بندگشا bandguşā. [1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μεντεσές αρσενικό

  1. εξάρτημα με δύο τρυπημένα επίπεδα που τοποθετούνται το ένα σε πόρτα, πύλη κλπ. και το άλλο στο πλαίσιό της, και που συνδέονται μεταξύ τους ώστε να ανοιγοκλείνει η πόρτα ελεύθερα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Σημειώσεις[]

  1. Sevan Nişanyan, Sözlerin Soyağacı - Çağdaş Türkçenin Etimolojik Sözlüğü