μεντεσές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μεντεσές | μεντεσέδες |
| γενική | μεντεσέ | μεντεσέδων |
| αιτιατική | μεντεσέ | μεντεσέδες |
| κλητική | μεντεσέ | μεντεσέδες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
μεντεσές αρσενικό
- εξάρτημα με δύο τρυπημένα επίπεδα που τοποθετούνται το ένα σε πόρτα, πύλη κλπ. και το άλλο στο πλαίσιό της, και που συνδέονται μεταξύ τους ώστε να ανοιγοκλείνει η πόρτα ελεύθερα
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
μεντεσές
Σημειώσεις [
]
- ↑ Sevan Nişanyan, Sözlerin Soyağacı - Çağdaş Türkçenin Etimolojik Sözlüğü