μεράκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεράκι μεράκια
γενική μερακιού μερακιών
αιτιατική μεράκι μεράκια
κλητική μεράκι μεράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεράκι < τουρκική merak < αραβική مراق (maraq)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μεράκι ουδέτερο

  1. σφοδρή επιθυμία ή καημός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πόθος
  2. ενασχόληση με επιμέλεια και γούστο
  3. (συνήθως στον πληθυντικό: μεράκια) ευχάριστο συναίσθημα που προκύπτει από διασκέδαση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]