μεσάζων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσάζων < αρχαία ελληνική μεσάζων < μετοχή ενεστώτος του ρήματος μεσάζω < μέσος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεσάζων αρσενικό

  • ο άνθρωπος που παρεμβαίνει ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους άλλους ανθρώπους ώστε να τους φέρει σε επικοινωνία με σκοπό κάποιο όφελος, συνήθως οικονομικό


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]