μεσαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσαίος < αρχαία ελληνική μεσαῖος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεσαίος -α -ο αρσενικό

  1. που βρίσκεται στη μέση ενός πράγματος
    ο ποδοσφαιριστής πέρασε τη μεσαία γραμμή του γηπέδου
  2. που βρίσκεται στη μέση ενός συνόλου, μιας ακολουθίας ή μιας αξιολογικής κλίμακας
  3. που δεν ανήκει ούτε στις ανώτερες ούτε στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις
    η μεσαία τάξη, τα μεσαία στρώματα
  4. που τοποθετείται πολιτικά στο κέντρο
    ο μεσαίος χώρος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]