μετέωρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | μετέωρος | μετέωρη | μετέωρο |
| γενική | μετέωρου | μετέωρης | μετέωρου |
| αιτιατική | μετέωρο | μετέωρη | μετέωρο |
| κλητική | μετέωρε | μετέωρη | μετέωρο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | μετέωροι | μετέωρες | μετέωρα |
| γενική | μετέωρων | μετέωρων | μετέωρων |
| αιτιατική | μετέωρους | μετέωρες | μετέωρα |
| κλητική | μετέωροι | μετέωρες | μετέωρα |
Ετυμολογία [
]
- μετέωρος < αρχαία ελληνική μετέωρος
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /mɛ.ˈtɛ.ɔ.ɾɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /mɛ.ˈtɛ.ɔ.ɾi/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /mɛ.ˈtɛ.ɔ.ɾɔ/ ουδέτερο
Επίθετο [
]
μετέωρος, -η, -ο
- που αιωρείται πάνω από το έδαφος, χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση
- (μεταφορικά) που βρίσκεται σε αβεβαιότητα ή σε αναμονή
- (ειδικότερα) που δεν έχει αποφασίσει ακόμη
[
]
Σύνθετα [
]
- μετεωρογραφία
- μετεωρόλιθος
- μετεωρολογία
- μετεωρολογικός
- μετεωροσκοπείο
- μετεωροσκόπηση
- μετεωροσκόπιο
- μετεωροσκόπος
Μεταφράσεις [
]
μετέωρος
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ὁ, ἡ μετέωρος | τὸ μετέωρον | οἱ, αἱ μετέωροι | τὰ μετέωρα |
| Γενική | τοῦ, τῆς μετεώρου | τοῦ μετεώρου | τῶν μετεώρων | τῶν μετεώρων |
| Δοτική | τῷ, τῇ μετεώρῳ | τῷ μετεώρῳ | τοῖς, ταῖς μετεώροις | τοῖς μετεώροις |
| Αιτιατική | τὸν, τὴν μετέωρον | τὸ μετέωρον | τοὺς, τὰς μετεώρους | τὰ μετέωρα |
| Κλητική | μετέωρε | μετέωρον | μετέωροι | μετέωρα |
| Πτώσεις | Δυικός | |||
| Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική | μετεώρω | |||
| Γενική-Δοτική | μετεώροιν | |||
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
μετέωρος, -ος, -ον (Παραθετικά: μετεωρότερος-μετεωρότατος. Επίρρημα: μετεώρως-μετεωρότερον-μετεωρότατα)
- αιωρούμενος, ανυψωμένος από τη γη στον αέρα, κρεμασμένος στο κενό, σηκωτός
- μετεώρους ἐξεκόμισαν τὰς ἁμάξας (Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 1.5.9)
- αυτός που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος
- μετέωρα χωρία: περιοχές με μεγάλο υψόμετρο
- καὶ πρὸς ἰσχυρὰ καὶ μετέωρα χωρία ἐμβαλὼν ἔκτεινε τοὺς πρώτους (Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Πελοπίδας, 32,4)
- μετέωρα χωρία: περιοχές με μεγάλο υψόμετρο
- (ναυτική ορολογία) που βρίσκεται στην ανοικτή θάλασσα
- καθορῶσι τὰς τῶν Κερκυραίων ναῦς μετεώρους τε καὶ ἐπὶ σφᾶς πλεούσας (Θουκυδίδης, Ἱστορία, Α48)
- (μεταφορικά) αβέβαιος, ασταθής
- ἥ τε ἄλλη ῾Ελλὰς ἅπασα μετέωρος ἦν (Θουκυδίδης, Ἱστορία, Β7)
- κυμαινόμενος, διστακτικός, αβέβαιος
- Οὕτω τὰ μετέωρα τῆς τύχης κινήματα ἐκστῆναί σε τῆς πάλαι θεωρίας ἠνάγκασαν [Ἰσοκράτης, Ἑπιστολαί, 10 (Διονυσίῳ), 1]
- Τα μετέωρα (ουσιαστικοποιημένο): τα ουράνια σώματα, τα φυσικά φαινόμενα
- Τὰ μετέωρα: Τα υψηλά και ουράνια δυσκολονόητα νοήματα
- ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Οὐ γὰρ ἄν ποτε/ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα (Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, 228)
- ὄμματα μετέωρα (Ξενοφῶν, Κυνηγετικός, 4, 1): μάτια που εξέχουν, γουρλωτά
[
]
- μετεωρίδιον
- μετεωρίζω
- μετεώρισις
- μετεώρισμα
- μετεωρισμός
- μετεωριστής
- μετεωριστικός
- μετεωροσύνη
- μετεωρότης
Σύνθετα [
]
- μετεωροθήρας
- μετεωροκοπέω
- μετεωροκόπος
- μετεωρολεσχέω
- μετεωρολέσχης
- μετεωρολογέω
- μετεωρολογία
- μετεωρολογικός
- μετεωρολόγος
- μετεωροποιέω
- μετεωροπολέω
- μετεωροπόλος
- μετεωροπορέω
- μετεωροπορία
- μετεωροσκοπικός
- μετεωροσκόπιον
- μετεωροσκόπος
- μετεωροσοφιστής
- μετεωροφανής
- μετεωροφέναξ
- μετεωροφρονέω