μεταγλωττιστής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μεταγλωττιστής | μεταγλωττιστές |
| γενική | μεταγλωττιστή | μεταγλωττιστών |
| αιτιατική | μεταγλωττιστή | μεταγλωττιστές |
| κλητική | μεταγλωττιστή | μεταγλωττιστές |
Ετυμολογία [
]
- μεταγλωττιστής < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
μεταγλωττιστής αρσενικό
- (πληροφορική) λογισμικό που μετατρέπει κώδικα γραμμένο σε μία γλώσσα προγραμματισμού αναγνώσιμη από ανθρώπους σε ένα αρχείο κατάλληλο για εκτέλεση από έναν υπολογιστή