μεταγλώττιση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μεταγλώττιση | μεταγλωττίσεις |
| γενική | μεταγλώττισης | μεταγλωττίσεων |
| μεταγλωττίσεως | ||
| αιτιατική | μεταγλώττιση | μεταγλωττίσεις |
| κλητική | μεταγλώττιση | μεταγλωττίσεις |
Ετυμολογία
- μεταγλώττιση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /mɛ.ta.ˈɣlɔ.ti.si/
Ουσιαστικό
μεταγλώττιση θηλυκό
- η αντικατάσταση των πρωτότυπων διαλόγων μιας κινηματογραφικής ταινίας ή τηλεοπτικής εκπομπής με διαλόγους σε άλλη γλώσσα
- στην Ελλάδα γενικά προτιμάται η χρήση υποτίτλων στις ξένες ταινίες αντί της μεταγλώττισης
- (υπολογιστές) η διαδικασία μετατροπής σε γλώσσα μηχανής ενός προγράμματος γραμμένου σε γλώσσα ανωτέρου επιπέδου