μεταθέτω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μεταθέτω < αρχαία ελληνική μετατίθημι
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /mɛ.ta.ˈθɛ.tɔ/
Ρήμα [
]
μεταθέτω , παρατ.: μετέθετα, στιγμ. μέλλ.: θα μεταθέσω, αόρ.: μετέθεσα , παθ.φωνή: μετατίθεμαι
- δίνω μετάθεση σε έναν υπάλληλο, τον τοποθετώ σε άλλη οργανική θέση
-
- είναι δυσαρεστημένος γιατί τον μεταθέσανε στα σύνορα
-
- αλλάζω την προγραμματισμένη ημερομηνία ενός γεγονότος, εκδήλωσης, συνεδρίου κ.λπ.
- (μεταφορικά) τοποθετώ σε άλλο σημείο
-
- Μη μεταθέτεις τις ευθύνες σου πάνω μου!
-