μεταλλευτική
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
μεταλλευτική
- θηλυκό του μεταλλευτικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού