μετανιώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- από τον αόριστο μετανόησα > μετάνιωσα του μετανοώ
- από το μεταγιγνώσκω > μεταγνώθω
[
]
Ρήμα
μετανιώνω
- συνειδητοποιώ με συντριβή τα λάθη μου και τις υπαρκτές ή πιθανές επιπτώσεις τους, μετανοώ
- Θα σε κάνω να μετανιώσεις για αυτά που είπες.
- αλλάζω γνώμη
- Πήγε να ανάψει ένα τσιγάρο αλλά το μετάνιωσε αμέσως.