μεταρρύθμιση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μεταρρύθμιση | μεταρρυθμίσεις |
| γενική | μεταρρύθμισης | μεταρρυθμίσεων |
| μεταρρυθμίσεως | ||
| αιτιατική | μεταρρύθμιση | μεταρρυθμίσεις |
| κλητική | μεταρρύθμιση | μεταρρυθμίσεις |
[
]
Ετυμολογία
- μεταρρύθμιση < μεσαιωνική ελληνική μεταρρύθμισις < αρχαία ελληνική μεταρρυθμίζω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /mɛ.ta.ˈɾi.θmi.si/
[
]
Ουσιαστικό
μεταρρύθμιση θηλυκό
- σύνολο σημαντικών αλλαγών σε έναν τομέα που αποσκοπούν στη λύση προβλημάτων, την εύρυθμη λειτουργία του, την προσαρμογή του σε νέα δεδομένα κλπ
- εκπαιδευτική μεταρρύθμιση
- (με κεφαλαίο αρχικό) η Εκκλησιαστική Μεταρρύθμιση, η κίνηση για την αναμόρφωση της Καθολικής Εκκλησίας που ξεκίνησε με τον Μαρτίνο Λούθηρο και δημιούργησε τις προτεσταντικές εκκλησίες
[
]
[
]
Μεταφράσεις
μεταρρύθμιση