μετασχηματισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μετασχηματισμός | μετασχηματισμοί |
| γενική | μετασχηματισμού | μετασχηματισμών |
| αιτιατική | μετασχηματισμό | μετασχηματισμούς |
| κλητική | μετασχηματισμέ | μετασχηματισμοί |
Ετυμολογία [
]
- μετασχηματισμός < μετά + σχηματισμός
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
μετασχηματισμός αρσενικό
- (μαθηματικά) τύπος υπολογισμού ενός μαθηματικού αντικειμένου, όταν αλλάζει το σύστημα αναφοράς, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μετράται
Μεταφράσεις [
]
μετασχηματισμός
|
|