μεταφορά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- μεταφορά < αρχαία ελληνική μεταφορά
Προφορά
- ΔΦΑ : /mɛ.ta.fɔ.ˈɾa/
Ουσιαστικό
μεταφορά θηλυκό
- η μετακίνηση ενός πράγματος από ένα μέρος σε ένα άλλο, συνήθως με κάποιο μεταφορικό μέσο
- η μετακίνηση σε άλλο σημείο
- ολοκληρώθηκε η μεταφορά των αρχείων από το σκληρό δίσκο στη δισκέτα
- η επιχείρηση θα παραμείνει κλειστή για δύο ημέρες λόγω μεταφοράς των γραφείων της σε άλλο κτήριο
- η μεταγραφή, διασκευή ή απόδοση ενός δημιουργικού έργου σε άλλη μορφή από την αρχική του
- η επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος
- σχήμα λόγου κατά το οποίο οι ιδιότητες ενός στοιχείου Α αποδίδονται ("μεταφέρονται") σε ένα στοιχείο Β, το οποίο έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από το Α
- στη φράση «ο αντίπαλος έγινε λαγός» υπάρχει μεταφορά μιας ιδιότητας του μη ανθρώπινου ουσιαστικού «λαγός», της ταχύτητας με την οποία φεύγει καταδιωκόμενος, στο ανθρώπινο υποκείμενο του ρήματος «έγινε»
Συγγενικές λέξεις
- μεταφέρομαι
- μεταφορά
- μεταφορέας
- μεταφορικός
- μεταφέρω