μετωνυμία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μετωνυμία | μετωνυμίες |
| γενική | μετωνυμίας | μετωνυμιών |
| αιτιατική | μετωνυμία | μετωνυμίες |
| κλητική | μετωνυμία | μετωνυμίες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
μετωνυμία θηλυκό
- σχήμα λόγου κατά το οποίο μία λέξη αντικαθίσταται με μία άλλη λέξη ή έκφραση που έχει διαφορετική αλλά σχετιζόμενη σημασία, π.χ. λέγοντας «Μέγαρο Μαξίμου» εννοούμε τον πρωθυπουργό και τους στενούς του συνεργάτες
- Συνηθισμένα παραδείγματα μετωνυμίας
- η πρωτεύουσα μιας χώρας αντί για την κυβέρνησή της: Η Άγκυρα απέσυρε τον πρεσβευτή της στις ΗΠΑ
- ο δημιουργός ή εφευρέτης αντί του έργου του, της εφεύρεσής του
- διαβάζω Όμηρο (διαβάζω την Ιλιάδα ή την Οδύσσεια)
- Καλάσνικοφ (το όπλο) από το όνομα του κατασκευαστή του
- το περιέχον αντί του περιεχόμενου: κάτσε να πιούμε ένα ποτήρι