μη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μη < αρχαία ελληνική μή
Μόριο [
]
μη ή μην
- (αρνητικό) σε κύριες προτάσεις δηλώνει:
- (αρνητικό) σε δευτερεύουσες προτάσεις δηλώνει:
- (ερωτηματικό) σε ευθείες ερωτήσεις δηλώνει απορία, προσδοκία
- μην είδατε την αγάπη μου;
- (μόνο το μη) με μετοχές, ουσιαστικά ή επίθετα δηλώνει την αρνητική τους σημασία
- μη θέλοντας, ο μη εργαζόμενος, μη πόλεμος, μη αναγνωρίσιμος
Σημειώσεις [
]
- Η σημασία των δύο τύπων είναι ίδια. Ο τύπος μην χρησιμοποιείται πριν από φωνήεν ή πριν από τα σύμφωνα κ, π, τ, ξ, ψ, για λόγους ευφωνίας
Επιφώνημα [
]
μη
- δηλώνει απαγόρευση ή αποτροπή
- Μη! Θα το χαλάσεις