μηδέν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μηδέν < αρχαία ελληνική μηδέν "κανένα" (ουδέτερο του μηδείς "κανένας")
[
]
Αριθμητικό
μηδέν και μηδενικό
- Αριθμός που δείχνει την ανυπαρξία οποιασδήποτε ποσότητας.
- (μαθηματικά) (δεκαδικό σύστημα) Αριθμός που δεν έχει αξία ο ίδιος αλλά που δίνει αξία δέκα φορές μεγαλύτερη στους αριθμούς που βρίσκονται στα αριστερά του.
- Είκοσι γράφεται με ένα δυάρι που ακολουθείται από ένα μηδέν.
- Ένα τεσσάρι μαζί με τρία μηδενικά διαβάζεται τέσσερις χιλιάδες.
- (μεταφορικά) Λέγεται για κάποιον ανίκανο, που δεν αξίζει τίποτα.
- Είναι ένα μηδἐν
- (σχολική βαθμολογία) Σχολικός βαθμός που υποδηλώνει έναν κακό μαθητή.
- (φυσική) Σε μερικές κλίμακες, δείχνει την θερμοκρασία στην οποία λιώνει ο πάγος.
- Η θερμοκρασία έπεσε στο μηδέν, κάτω από το μηδέν.
[
] Γραφές
- : 0
- αραβικά : ٠
- γκουρμούχι : ੦
- γκουτζαράτι : ૦
- θιβετιανά : ༠
- κινεζικά : 零, 〇
- μαλαγιάλαμ : ൦
- μπεγκάλι : ০
- ντεβαναγκάρι : ०
- ορίγια : ୦
- ταμίλ : ௦
- τελούγκου : ౦
[
]
[
]
Συνώνυμα
Ανίκανος, ανάξιος
Κακός βαθμός
[
]
Μεταφράσεις
μηδέν
|
|