μηδενίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μηδενίζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
μηδενίζω
- (στο σχολείο) βαθμολογώ με το βαθμό μηδέν
- απαξιώνω ολοκληρωτικά μια προσπάθεια, ένα έργο, ένα αποτέλεσμα
- γυρίζω πίσω στο μηδέν την ένδειξη ενός μετρητή
- στο συνεργείο μού μηδένισαν το χιλιομετρητή
Μεταφράσεις [
]
απαξιώνω ολοκληρωτικά