μηχανοστάσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια
γενική μηχανοστασίου μηχανοστασίων
αιτιατική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια
κλητική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μηχανοστάσιο < μηχανή + -στάσιο

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μηχανοστάσιο ουδέτερο

  • ο χώρος (κτήριο ή άλλη εγκατάσταση) όπου είναι εγκατεστημένες οι μηχανές ενός εργοστασίου, πλοίου κ.λπ.
ο καπετάνιος κατέβηκε στο μηχανοστάσιο μαζί με τον πρώτο μηχανικό

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες