μι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. μι < αρχαία ελληνική μῦ
  2. μι < mi (νότα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

μι ουδέτερο άκλιτο

  1. το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (μ, κεφαλαίο: Μ) (Ν.Ελληνικής)

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

μι ουδέτερο άκλιτο

  1. (μουσική) η τρίτη νότα στην κλίμακα του ντο