μι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μι < αρχαία ελληνική μῦ
- μι < mi (νότα)
Ουσιαστικό 1 [
]
μι ουδέτερο άκλιτο
Μεταφράσεις [
]
Ουσιαστικό 2 [
]
μι ουδέτερο άκλιτο