μικροοικονομική
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
μικροοικονομική
- θηλυκό του μικροοικονομικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού