μιλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μιλώ < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ὁμιλέω, -ῶ, συναναστρέφομαι

Open book 01.svg Ρήμα[]

μιλώ, παρατ.: μιλούσα, στιγμ. μέλλ.: θα μιλήσω, αόρ.: μίλησα , παθ.φωνή: μιλιέμαι , μτχ.π.π.: μιλημένος

  1. βγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους
    Μόνος σου μιλάς;
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λαλώ
  2. επικοινωνώ με κάποιον
    Πάνε είκοσι λεπτά που μιλάνε στο τηλέφωνο.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κουβεντιάζω, συζητώ, συνομιλώ
  3. ξέρω να χειρίζομαι μια άλλη γλώσσα
    Μιλάτε γαλλικά;
  4. εκφράζω τη γνώμη μου
    Μιλάει, μιλάει, αλλά δεν κάνει τίποτα.
  5. εκφωνώ έναν λόγο μπροστά σε κοινό
    Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει στις εφτά και μισή.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγορεύω
  6. διατηρώ καλές σχέσεις με κάποιον
    Πάνε πέντε χρόνια που δε μιλάνε.
  7. αποκαλύπτω κάτι
    Απειλεί να μιλήσει εάν δεν τον υποστηρίξουν.

Εκφράσεις[]

  • μιλώ για... : αναφέρω, εκφράζω κάποιο μήνυμα
    Μέσα στο άρθρο του, ο συγγραφέας μιλάει για τα προβλήματα της ανεργίας.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]