μιλώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ρήμα [
]
μιλώ, παρατ.: μιλούσα, στιγμ. μέλλ.: θα μιλήσω, αόρ.: μίλησα , παθ.φωνή: μιλιέμαι , μτχ.π.π.: μιλημένος
- βγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους
- επικοινωνώ με κάποιον
- Πάνε είκοσι λεπτά που μιλάνε στο τηλέφωνο.
- ξέρω να χειρίζομαι μια άλλη γλώσσα
- Μιλάτε γαλλικά;
- εκφράζω τη γνώμη μου
- Μιλάει, μιλάει, αλλά δεν κάνει τίποτα.
- εκφωνώ έναν λόγο μπροστά σε κοινό
- διατηρώ καλές σχέσεις με κάποιον
- Πάνε πέντε χρόνια που δε μιλάνε.
- αποκαλύπτω κάτι
- Απειλεί να μιλήσει εάν δεν τον υποστηρίξουν.
Εκφράσεις[
]
- μιλώ για... : αναφέρω, εκφράζω κάποιο μήνυμα
- Μέσα στο άρθρο του, ο συγγραφέας μιλάει για τα προβλήματα της ανεργίας.
[
]
Σύνθετα[
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις[
]
μιλώ