μισθός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μισθός μισθοί
γενική μισθού μισθών
αιτιατική μισθό μισθούς
κλητική μισθέ μισθοί
Ιδιωματικός πληθυντικός: (τα) μισθά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μισθός < αρχαία ελληνική μισθός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μισθός αρσενικό

  1. η αμοιβή κάποιου που προσφέρει μια εργασία
  2. η μηνιαία αμοιβή ενός υπαλλήλου (σε αντίθεση με το ημερομίσθιο του εργάτη)
  3. (μεταφορικά) η ανταμοιβή για κάτι που έκανε κανείς, καλό ή κακό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]