μογγολικό
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
μογγολικό
- μογγολικός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του μογγολικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού