μοναδικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μοναδικός < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Επίθετο

μοναδικός, -ή, -ό

  1. που υπάρχει ή συμβαίνει μόνο μία φορά
    τη μοναδική φορά που πήγε για σκι, έσπασε το πόδι του
    κάθε ανθρώπινο ον είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο
  2. (σε σχήμα υπερβολής) εξαιρετικός, πάρα πολύ καλός
    η ικανότητά του στις ξένες γλώσσες είναι μοναδική

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες